Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Φτου Ξελευτερία – Μαγδαληνή Πλεμμένου (θεατρική κριτική) #4

Πληροφορίες παράστασης

Το «Φτου Ξελευτερία» είναι ένα πρωτότυπο θεατρικό έργο της Μαγδαληνής Πλεμμένου, το οποίο κινείται ανάμεσα στην κοινωνική σάτιρα και την κωμωδία, επιχειρώντας να σχολιάσει σύγχρονα ζητήματα όπως η χειραγώγηση της κοινής γνώμης, η επιρροή των μέσων ενημέρωσης, η μοναξιά, οι ανθρώπινες σχέσεις και η ανάγκη για προσωπική ελευθερία. Μέσα από μια σειρά προσώπων που συναντιούνται και αλληλεπιδρούν σε έναν κοινό χώρο, το έργο χρησιμοποιεί το χιούμορ ως εργαλείο προβληματισμού, ισορροπώντας ανάμεσα στη σάτιρα και την κοινωνική παρατήρηση.

Η παράσταση παρουσιάστηκε στον Πολυχώρο Πολιτισμού του Δήμου Ήλιδας από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα «Θυμέλη» του Δικηγορικού Συλλόγου Αμαλιάδας. Το έργο έγραψε η Μαγδαληνή Πλεμμένου και σκηνοθέτησε ο Νίκος Λαϊνόπουλος, με την ομάδα να επιλέγει για πρώτη φορά ένα πρωτότυπο έργο γραμμένο από μέλος της, αναλαμβάνοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και ενδιαφέρον καλλιτεχνικό εγχείρημα.

Οι παραστάσεις δόθηκαν από τις 22 έως τις 31 Μαΐου 2026, σε επτά συνολικά βραδιές (22, 23, 24, 28, 29, 30 και 31 Μαΐου), με ώρα έναρξης στις 21:15.

Στους ρόλους συμμετείχαν οι Μαγδαληνή Πλεμμένου, Κωνσταντίνα Θεοδόση, Αγγελική Γάσπαρη, Αναστάσιος Σμέρος, Χρήστος Ξουρής, Ειρήνη Θεοδωροπούλου, Ρούλα Γιόβα, Μαίρη Τουρή, Διονύσης Ζησιμόπουλος, Παναγιώτης Γιαννόπουλος, Αλέξανδρος Γεωργουλής, Αλεξάνδρα Ψάρρη, Σωκράτης Καλύβας, Εμμανουήλ Μπιρμπίλης, Βασίλης Παπαδόπουλος, Χρήστος Μαλέσκος, Μαρία Μπίλια και Μάκης Παπαγιαννόπουλος.

Τη μουσική ταυτότητα της παράστασης συμπλήρωσε το πρωτότυπο τραγούδι «Σπασμένη Μνήμη», σε στίχους Χρήστου Χρυσανθακόπουλου και μουσική Χρήστου Πυλαρινού.

Θεατρική κριτική

Η παράσταση αυτή είχε μια ιδιαιτερότητα που την ξεχώριζε από τις περισσότερες ερασιτεχνικές παραγωγές της περιοχής. Δεν βασίστηκε σε ένα ήδη γνωστό θεατρικό έργο αλλά σε ένα πρωτότυπο κείμενο, γραμμένο ειδικά για την ομάδα που το παρουσίασε. Από μόνο του αυτό αποτελεί ένα στοιχείο που αξίζει να καταγραφεί, ανεξάρτητα από την τελική αποτίμηση του αποτελέσματος. Η συγγραφή θεατρικού έργου είναι μια διαδικασία με διαφορετικές απαιτήσεις από εκείνες της σκηνοθεσίας ή της ερμηνείας και η απόφαση μιας ερασιτεχνικής ομάδας να παρουσιάσει δικό της υλικό συνιστά μια δημιουργική επιλογή που εμπεριέχει ρίσκο.

Η σκηνοθετική κατεύθυνση υπηρέτησε κυρίως το ίδιο το κείμενο. Σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι οι ρόλοι είχαν γραφτεί με συγκεκριμένους ανθρώπους στο μυαλό της συγγραφέα. Αυτό προσέφερε οικειότητα και φυσικότητα, αλλά ταυτόχρονα λειτούργησε και ως περιορισμός. Όταν ο ηθοποιός βρίσκεται πολύ κοντά στον χαρακτήρα που υποδύεται, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η ερμηνεία να μετατραπεί σε μανιέρα και να χαθεί η απόσταση που γεννά τη θεατρική μεταμόρφωση. Ίσως μια διανομή που θα λειτουργούσε περισσότερο κόντρα στις προσωπικότητες και τις ιδεολογικές αφετηρίες των συμμετεχόντων να δημιουργούσε πιο ενδιαφέρουσες εντάσεις.

Οι ηθοποιοί δεν αντιμετώπισαν προβλήματα άρθρωσης ή εκφοράς λόγου. Αντίθετα, η επαγγελματική τους ιδιότητα φαίνεται να τους προσφέρει άνεση στον δημόσιο λόγο. Η χημεία μεταξύ τους ήταν εμφανής, αποτέλεσμα τόσο της επαγγελματικής συνύπαρξης όσο και της κοινής τους διαδρομής στις προηγούμενες παραγωγές της ομάδας. Ωστόσο, οι ερμηνείες παρέμειναν συχνά σε ένα σχετικά επίπεδο επίπεδο ανάπτυξης. Είχαν ενδιαφέρον οι στιγμές όπου κάποιοι ηθοποιοί ανέβαζαν αισθητά την ένταση και την ποιότητά τους, χωρίς όμως αυτή η άνοδος να διατηρείται με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Ο ρυθμός αποτέλεσε ένα από τα βασικά ζητήματα του έργου. Η παράσταση ξεκίνησε δυναμικά, δημιουργώντας προσδοκίες για την εξέλιξή της, αλλά στη συνέχεια έχασε σταδιακά την έντασή της και κινήθηκε σε μια σχετικά σταθερή γραμμή μέχρι το τέλος.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα υπήρξε η σχέση μου με το ίδιο το κείμενο. Ενώ τα πολιτικά και κοινωνικά του σημεία αναφοράς ήταν απολύτως αναγνωρίσιμα, η τελική του θέση δεν μου έγινε σαφής. Η διαφθορά, οι παρακολουθήσεις, η αστυνομία, οι μετανάστες και άλλες σύγχρονες θεματικές εμφανίζονταν διαρκώς, ωστόσο το πολιτικό ισοζύγιο του έργου έμοιαζε άνισο. Εκεί όπου το συντηρητικό αφήγημα παρουσιαζόταν με σαφήνεια, η επαναστατική ή αριστερή οπτική έμοιαζε περισσότερο να διακωμωδείται παρά να αναπτύσσεται. Για τον λόγο αυτό το κείμενο μου φάνηκε τελικά πιο συντηρητικό από όσο πιθανώς επιδίωκε να είναι. Παράλληλα, αναρωτήθηκα αν η επιλογή της κωμωδίας υπηρέτησε πραγματικά το υλικό. Οι χαρακτήρες που χτίστηκαν θα μπορούσαν ίσως να υποστηρίξουν πιο αποτελεσματικά ένα δραματικό έργο. Αυτές οι ισορροπίες είναι δύσκολες ακόμη και για έμπειρους συγγραφείς και είναι πιθανό να αποτελέσουν πεδίο εξέλιξης σε επόμενες συγγραφικές απόπειρες.

Στον αντίποδα, η δουλειά που έγινε στα σκηνικά ήταν εμφανής. Ο χώρος αξιοποιήθηκε δημιουργικά, δημιουργήθηκαν πολλαπλά επίπεδα δράσης και ο φωτισμός συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση διαφορετικών χωρικών ενοτήτων. Ενδιαφέρον παρουσίασε και η χρήση της οθόνης με τα έκτακτα δελτία ειδήσεων, ένα εύρημα που στην πρώτη του εμφάνιση λειτούργησε ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Η συχνή όμως επανάληψή του, σε συνδυασμό με την υπερβολική ένταση του ήχου, κατέληξε να το αποδυναμώσει και να το μετατρέψει από έκπληξη σε αναμενόμενη επανάληψη.

Τα κοστούμια αποτέλεσαν ένα από τα πιο φροντισμένα στοιχεία της παραγωγής, ενώ ο φωτισμός, παρά κάποιες απότομες και μη οργανικές μεταβάσεις, συνέβαλε θετικά στη συνολική εικόνα. Η μουσική λειτούργησε κυρίως υποστηρικτικά, αν και υπήρξαν στιγμές όπου κάλυψε τον λόγο των ηθοποιών. Όσο για τη ζωντανή ερμηνεία του τραγουδιού, η ένστασή μου δεν αφορά την ποιότητά της αλλά τη δραματουργική της αναγκαιότητα. Δεν με έπεισε ότι εξυπηρετούσε ουσιαστικά το έργο.

Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, η ομάδα έδειξε συνοχή, δημιουργικότητα και διάθεση να δοκιμάσει πράγματα. Δεν λειτούργησε πάντα ως ενιαίο σύνολο, ούτε απέφυγε στιγμές υπερβολής ή ατομικής προβολής, όμως απέδειξε ότι διαθέτει ανθρώπους που ενδιαφέρονται να δημιουργήσουν και να εξελιχθούν. Η επιλογή ενός πρωτότυπου έργου αποτελεί από μόνη της ένδειξη τόλμης.

Συνολικά, το «Φτου Ξελευτερία» ήταν μια παράσταση που μου άφησε περισσότερες σκέψεις από συναισθήματα. Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο κέρδος της. Όχι γιατί απάντησε στα ερωτήματα που έθεσε, αλλά γιατί άνοιξε χώρο για να συνεχιστεί η συζήτηση μετά το τέλος της.

Υ.Γ. - Για την παράσταση και όσα ακολούθησαν

Το κοινό παρακολούθησε σε γενικές γραμμές με σεβασμό την παράσταση. Παρότι υπήρχαν αρκετά παιδιά στην αίθουσα, δεν σημειώθηκαν ακραίες συμπεριφορές. Κάποια αποχώρησαν και κάποια κατέφυγαν στα κινητά τους, χωρίς όμως να διαταραχθεί ουσιαστικά η θεατρική εμπειρία.

Θα σταθώ όμως σε κάτι διαφορετικό.

Μετά το τέλος της παράστασης δόθηκε μικρόφωνο επί σκηνής στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου για έναν λόγο που προσωπικά θεώρησα εντελώς άκαιρο. Εκείνη ήταν και η στιγμή που επέλεξα να αποχωρήσω. Όχι γιατί διαφωνώ με το περιεχόμενο οποιασδήποτε τοποθέτησης, αλλά γιατί θεωρώ ότι το τέλος μιας θεατρικής παράστασης δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για τέτοιες παρεμβάσεις.

Η παράσταση έχει ήδη ολοκληρωθεί. Ο θεατής έχει δικαίωμα να μείνει μόνος με όσα του άφησε. Με τις σκέψεις του, τις αντιρρήσεις του, τις συγκινήσεις του ή την αδιαφορία του. Η προσθήκη ενός δημόσιου λόγου εκείνη τη στιγμή λειτουργεί παρεμβατικά απέναντι στην ίδια την εμπειρία.

Ίσως να είναι μία από εκείνες τις μικρές «κανονικότητες» της επαρχίας που έχουμε μάθει να αποδεχόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένας από τους λόγους που ξεκίνησα αυτή τη στήλη είναι ακριβώς αυτός: να αμφισβητούνται όσα μας επιβάλλονται ως επαρχιώτικες «κανονικότητες».

Υπενθυμίζω ότι τα κείμενα αυτά είναι δημόσια και ενυπόγραφα. Δεν διεκδικούν το αλάθητο. Διεκδικούν μόνο το δικαίωμα να συμμετέχουν στον διάλογο.

Υ.Γ.2 Όποιος θέλει να θυμηθεί πώς ξεκίνησε αυτή η πρωτοβουλία μπορεί να επιστρέψει στο πρώτο κείμενο της στήλης: https://tovoreioselas.blogspot.com/2026/04/blog-post.html

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Τζένη Τζένη – Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς (θεατρική κριτική) #3

Η παράσταση «Τζένη Τζένη», βασισμένη στο κλασικό κινηματογραφικό έργο των Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά, μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Νίκου Καραθάνου. Με αφετηρία τη γνωστή ιστορία της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο οικογένειες ενός νησιού και τον έρωτα που έρχεται να διαταράξει τις ισορροπίες τους, η παράσταση επιχειρεί να συνομιλήσει όχι μόνο με την αγαπημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και με τη συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.

Ο Νίκος Καραθάνος δεν προσεγγίζει το υλικό ως μια απλή θεατρική αναπαραγωγή της κινηματογραφικής επιτυχίας. Αντίθετα, αναζητά πίσω από τη νοσταλγία, το χιούμορ και τη φωτεινότητα του έργου μια πιο σύνθετη ανάγνωση, όπου η αθωότητα συνυπάρχει με τη φθορά, η γιορτή με τη μελαγχολία και η ανάμνηση με την απώλεια.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα ελληνικό νησί, όπου δύο πολιτικές παρατάξεις βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση. Η κόρη του ενός πολιτικού αντιπάλου, η Τζένη, ερωτεύεται τον γιο του άλλου, ανατρέποντας ισορροπίες, φιλοδοξίες και οικογενειακούς σχεδιασμούς. Μέσα από παρεξηγήσεις, συγκρούσεις και κωμικές καταστάσεις, το έργο σατιρίζει την πολιτική, τις πελατειακές σχέσεις και τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, διατηρώντας παράλληλα τον ανθρώπινο και τρυφερό πυρήνα του.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμμετέχουν η Χάρις Αλεξίου, ο Χρήστος Λούλης, η Ζέτα Μακρυπούλια, ο Γιάννης Κότσιφας, ο Άγγελος Παπαδημητρίου και πολυμελής θίασος, σε μια παραγωγή που επιχειρεί να επανασυστήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας σε μια νέα θεατρική γενιά.

[Φωτογραφία: https://www.lifo.gr]

Αν έχεις δει την ταινία Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, μπορείς ίσως να καταλάβεις τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να υπάρχει ένας ημιώροφος μέσα στο μυαλό του. Ένας ιδιωτικός, προστατευμένος χώρος σκέψης και δημιουργίας. Ένα καταφύγιο όπου οι ιδέες εμφανίζονται αρχικά ακατέργαστες, άλλοτε συμμετρικές και πειθαρχημένες, άλλοτε άναρχες και αντιφατικές, μέχρι να βρουν τελικά τη μορφή με την οποία θα παρουσιαστούν στον κόσμο.

Γνωρίζοντας τον Νίκο Καραθάνο πολλά χρόνια, τόσο σε προσωπικό όσο κυρίως σε καλλιτεχνικό επίπεδο, κάθε φορά που πρόκειται να δω μια νέα δουλειά του αισθάνθηκα μια ιδιαίτερη προσμονή. Όχι μόνο για το έργο που ανεβάζει, αλλά κυρίως για τη διαδρομή που ακολούθησε μέσα στον δικό του «ημιώροφο» μέχρι να φτάσει στη σκηνή. Με ενδιαφέρει πάντα περισσότερο η ματιά του παρά το ίδιο το υλικό.

Ομολογώ ότι στην περίπτωση του Τζένη Τζένη είχα έναν μικρό φόβο. Η ταινία είναι τόσο βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη, ώστε κάθε θεατρική μεταφορά κινδυνεύει είτε να λειτουργήσει ως απλή αναπαράσταση είτε να απομακρυνθεί τόσο πολύ από το πρωτότυπο ώστε να χάσει τον λόγο ύπαρξής της. Το ερώτημα ήταν απλό: μπορεί μια ταινία που όλοι γνωρίζουμε σχεδόν απ' έξω να σταθεί στο σανίδι ως αυτόνομη θεατρική πρόταση και να έχει ακόμη κάτι νέο να προσφέρει;

Η απάντηση που δίνει ο Καραθάνος είναι καταφατική.

Και μάλιστα πετυχαίνει κάτι πολύ πιο δύσκολο από μια απλή ισορροπία ανάμεσα στον κινηματογράφο και το θέατρο. Παίρνει το υλικό της ταινίας και το περνά μέσα από τη δική του ποιητική ματιά. Εκεί όπου η ταινία συχνά ακουμπά στην κωμωδία και τη σάτιρα, ο Καραθάνος αναζητά τις ρωγμές. Εμβαθύνει στα δραματικά στοιχεία, σχεδόν τα φωτίζει εκ νέου, χωρίς να χάνει ποτέ τη φρεσκάδα, τον ρυθμό και τη ζωντάνια του κωμικού.

Η κινησιολογία, οι μεταβάσεις και οι μικρές σκηνικές λεπτομέρειες λειτουργούν ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Ιδιαίτερα οι συχνές και ευρηματικές αλλαγές σκηνικού δεν εξυπηρετούν απλώς πρακτικές ανάγκες της παράστασης, αλλά γίνονται μέρος του ίδιου του θεατρικού λόγου. Με ρυθμό, φαντασία και ακρίβεια συμβάλλουν στη δραματική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν τα κωμικά στοιχεία του έργου, δημιουργώντας συνεχώς νέες εικόνες και ανανεώνοντας το ενδιαφέρον του θεατή. Οι αναφορές που εμφανίζονται και χάνονται πριν προλάβεις να τις αποκωδικοποιήσεις πλήρως δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που δεν σε καλεί απλώς να θυμηθείς την ταινία. Σε καλεί να την ξαναδείς από την αρχή.

Ταυτόχρονα, ο ρομαντισμός που διαπερνά την παράσταση συνυπάρχει με έναν διαρκή συμβολισμό. Αντικείμενα, εικόνες, κινήσεις και πρόσωπα μοιάζουν να λειτουργούν σε δύο επίπεδα. Στο προφανές και σε ένα δεύτερο, υπόγειο επίπεδο, που παραμένει ανοιχτό στις ερμηνείες του θεατή.

Ίσως γι’ αυτό και φεύγοντας δεν παίρνεις μαζί σου μόνο το έργο. Παίρνεις και ερωτήματα.

Για μένα, ένα από αυτά ήταν η παρουσία ασιατικών αναφορών στα σκηνικά και στη συνολική αισθητική της παράστασης. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατάφερα να αποκωδικοποιήσω πλήρως τη λειτουργία τους μέσα στο σύνολο. Αλλά ίσως αυτό να μην έχει τελικά τόση σημασία. Δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις φεύγοντας από ένα θέατρο. Κάποιες φορές αρκεί να φεύγουμε με την επιθυμία να επιστρέψουμε σε αυτές.

Ίσως την επόμενη φορά που θα συναντήσω τον Νίκο να τον ρωτήσω.

ΥΓ: Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον δικό μας Γιάννη Κότσιφα. Ανάμεσα σε ένα καστ με πολύ ισχυρές παρουσίες, κατάφερε να διατηρήσει τη δική του θέση με φυσικότητα και σκηνική άνεση, υπηρετώντας τους ρόλους του με ευφάνταστο τρόπο (ειδικά αυτόν του ιερέα).