Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Ο Ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη – Κάρλο Γκολντόνι (θεατρική κριτική) #2

Ο Ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη

Ο «Ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη» του Κάρλο Γκολντόνι αποτελεί μια κωμωδία χαρακτήρων και καταστάσεων, που σατιρίζει τον κόσμο του θεάτρου, τις φιλοδοξίες, τις ματαιοδοξίες και τις ισορροπίες ανάμεσα σε καλλιτέχνες και παραγωγούς. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας ιμπρεσάριος που επιχειρεί να συγκροτήσει έναν θίασο, ερχόμενος αντιμέτωπος με αντιζηλίες, ιδιοτροπίες και προσωπικές στρατηγικές. Η πλοκή δεν βασίζεται σε μεγάλες ανατροπές, αλλά σε διαδοχικά επεισόδια που αναδεικνύουν τις ανθρώπινες αδυναμίες με κωμικό τρόπο.

Η παράσταση παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πύργου «Απόλλων», από τις 15 Απριλίου έως τις 3 Μαΐου 2026, από την ερασιτεχνική Ομάδα Τέχνης «Δούρειος Ίππος».


[ΦΩΤΟ: Λάμπρος Τσακριλής]

Η προσέγγιση της παράστασης μπορούσε να διαβαστεί μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις. Από τη μία, το αποτέλεσμα επί σκηνής, οι επιλογές στη σκηνοθεσία και τα επιμέρους στοιχεία. Από την άλλη, η λειτουργία της ομάδας ως σύνολο και η ωριμότητα που αυτή αποτυπώθηκε.

Η σκηνοθετική κατεύθυνση κινήθηκε με σαφή στόχο την καθαρή απόδοση του κειμένου, δίνοντας χώρο στους ηθοποιούς να αναδείξουν τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις διακρίθηκε ταλέντο και σκηνική άνεση, στοιχεία που φανέρωσαν μια ομάδα με εμπειρία και ωριμότητα. Ωστόσο, η επιλογή του έργου λειτούργησε περιοριστικά. Η δραματουργική γραμμή παρέμεινε επίπεδη, χωρίς έντονες κορυφώσεις ή ανατροπές, με αποτέλεσμα η παράσταση να κυλήσει χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις και να μην αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες του θιάσου.

Σε επίπεδο ερμηνειών, η εικόνα ήταν σαφώς πιο ισορροπημένη. Οι ηθοποιοί έπεισαν, λειτούργησαν με εμπιστοσύνη μεταξύ τους και διαμόρφωσαν ένα ενιαίο σύνολο. Η χημεία ήταν εμφανής και η σκηνική παρουσία είχε συνοχή, στοιχείο που ενίσχυσε τη ροή της παράστασης ακόμη και όταν το ίδιο το έργο δεν προσέφερε έντονη δραματουργική ένταση. Οι συγκρούσεις παρέμειναν ήπιες και κινήθηκαν περισσότερο προς το κωμικό παρά προς μια βαθύτερη επεξεργασία.

Η σκηνογραφική προσέγγιση αποτέλεσε το πιο αδύναμο σημείο της παράστασης. Τα σκηνικά κινήθηκαν σε μια υπερβολή που έφτασε στα όρια του κιτς, χωρίς να έγινε σαφές αν αυτό αποτέλεσε συνειδητή επιλογή. Επιμέρους στοιχεία, όπως η κεντρική εικόνα στο βάθος, θα μπορούσαν να είχαν δουλευτεί με μεγαλύτερη φροντίδα και συνοχή. Αντίθετα, τα κοστούμια και οι περούκες έδειξαν επιμέλεια και συνέπεια, υπηρετώντας την εποχή και τους χαρακτήρες με σαφήνεια.

Ο φωτισμός περιορίστηκε σε έναν λειτουργικό ρόλο, χωρίς ιδιαίτερη δραματουργική αξιοποίηση, ενώ η χρήση ήχου και μουσικής παρέμεινε περιορισμένη. Οι σκηνές με τραγούδι και χορό, στις οποίες συμμετείχε ολόκληρος ο θίασος, έδωσαν μια διαφορετική τονικότητα, ωστόσο δεν φάνηκε να είχαν δουλευτεί με την ίδια ακρίβεια, δημιουργώντας μια αίσθηση ασυγχρονίας που παρέπεμψε περισσότερο σε επιθεωρησιακή λογική.

Σε τεχνικό επίπεδο, η άρθρωση και η ακουστικότητα κινήθηκαν σε καλό επίπεδο, ενώ ο έλεγχος του σώματος και της κίνησης έδειξε μεγαλύτερη ωριμότητα σε σχέση με άλλες παραμέτρους. Η συνολική εικόνα ήταν αυτή μιας ομάδας που γνώριζε τον τρόπο να στέκεται στη σκηνή.

Πέρα όμως από τα επιμέρους στοιχεία, αυτό που αναδείχθηκε ήταν η λειτουργία της ομάδας. Υπήρξε συνοχή, στήριξη και μια εμφανής χαρά συμμετοχής που μεταφέρθηκε και στο κοινό. Η παράσταση ακολούθησε μια ασφαλή γραμμή, χωρίς ιδιαίτερο πειραματισμό, κάτι που λειτούργησε ταυτόχρονα ως πλεονέκτημα και ως περιορισμός. Η ωριμότητα ήταν δεδομένη, αλλά η αποφυγή ρίσκου άφησε ανεκμετάλλευτες δυνατότητες.

Η επικοινωνία με το κοινό ήταν άμεση και ουσιαστική. Η παράσταση διατήρησε το ενδιαφέρον και προσέφερε στιγμές ζωντάνιας και γέλιου, χωρίς όμως να καταφέρει να υπερβεί τη συνολική αίσθηση μιας πιο επίπεδης δραματουργικής βάσης.


Συνολικά, επρόκειτο για μια καλοδουλεμένη παράσταση από μια έμπειρη ομάδα που γνώριζε τις δυνατότητές της. Το ζητούμενο δεν ήταν πλέον η σταθερότητα, αλλά το επόμενο βήμα. Η επιλογή πιο απαιτητικών έργων και η διάθεση για μεγαλύτερο ρίσκο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για εξέλιξη. Γιατί όταν μια ομάδα έχει ήδη κατακτήσει ένα επίπεδο, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να το ξεπεράσει.


Υ.Γ. – Για το κοινό

Το κοινό παρακολούθησε την παράσταση με προσοχή και σεβασμό. Δεν υπήρξαν παραφωνίες, ούτε χρήση κινητών ή συμπεριφορές που να διατάραξαν τη ροή. Ένα στοιχείο που αξίζει να καταγράφεται, γιατί δεν είναι αυτονόητο και αποτελεί βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει η θεατρική εμπειρία.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Κεκλεισμένων των θυρών – Ζαν-Πολ Σαρτρ (θεατρική κριτική) #1

 

Κεκλεισμένων των θυρών – Ζαν-Πολ Σαρτρ

Το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Ζαν-Πολ Σαρτρ, γραμμένο το 1944, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του σύγχρονου θεάτρου. Τρεις άνθρωποι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο χωρίς δυνατότητα διαφυγής και σταδιακά συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα δωμάτιο, αλλά για μια ιδιότυπη συνθήκη όπου καλούνται να συνυπάρξουν, να συγκρουστούν και τελικά να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Μέσα από αποκαλύψεις, εντάσεις και ψυχολογικά παιχνίδια, το έργο αγγίζει την ανάγκη αποδοχής, την αυτοεικόνα και το ερώτημα του πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι πραγματικά ο άνθρωπος.


Η παράσταση παρουσιάστηκε στον Πολυχώρο Πολιτισμού δήμου Ήλιδας, το διάστημα 1-6 Απριλίου 2026, σε σκηνοθεσία Χαράλαμπου Κοντοπανάγου από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του συλλόγου "Συνδικάτο της Τέχνης".

[φωτογραφία: Συνδικάτο της Τέχνης]

Η προσέγγιση της παράστασης μπορεί να διαβαστεί μέσα από δύο επίπεδα. Από τη μία, το ίδιο το αποτέλεσμα επί σκηνής, η σκηνοθετική κατεύθυνση, οι ερμηνείες και τα τεχνικά μέσα. Από την άλλη, η λειτουργία της ομάδας, η μεταξύ τους σχέση και ο τρόπος που αυτό αποτυπώνεται στη σκηνή.

Η σκηνοθετική επιλογή φαίνεται να κινείται σε μια καθαρή κατεύθυνση, με βασικό στόχο την ευκρινή απόδοση του κειμένου. Η απόφαση οι ηθοποιοί να κινούνται κοντά στο κοινό και να απευθύνονται σχεδόν μετωπικά προς αυτό, δημιουργεί μια αίσθηση αμεσότητας και επιχειρεί να σπάσει την απόσταση της σκηνής. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή που λειτουργεί ως γέφυρα με τον θεατή, χωρίς όμως να συνοδεύεται πάντα από το απαραίτητο βάθος στις μεταξύ τους σχέσεις.

Οι ερμηνείες κινούνται με έμφαση στην καθαρότητα του λόγου και στην επάρκεια της φωνής, κάτι που επιτρέπει στο κείμενο να φτάσει χωρίς εμπόδια στο κοινό. Ωστόσο, η σκηνική συνύπαρξη παραμένει σε ένα πιο πρώιμο στάδιο. Οι ηθοποιοί λειτουργούν συχνά ως μεμονωμένες παρουσίες και λιγότερο ως ένα ενιαίο σύνολο, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις σωματικές επαφές και στις μεταξύ τους αντιδράσεις, όπου διακρίνεται μια απόσταση αντί για οικειότητα. Αυτό επηρεάζει και την ένταση των συγκρούσεων, περιορίζοντας την εμβάθυνση στις σχέσεις των χαρακτήρων, παρότι το βασικό νόημα του έργου παραμένει κατανοητό.

Ο χώρος αξιοποιείται με λιτότητα και λειτουργικότητα. Τα σκηνικά υπηρετούν τη δράση χωρίς να τη βαραίνουν, αν και επιμέρους επιλογές, όπως τα υφάσματα στις πολυθρόνες, δεν προσθέτουν ουσιαστικά στη συνολική εικόνα. Αντίθετα, η χρήση φωτός, ιδιαίτερα στη στιγμή που η πόρτα ανοίγει και το φως εισέρχεται από το πλάι, αποτελεί ένα εύρημα που ξεχωρίζει και δίνει σκηνική ένταση. Συνολικά, ο φωτισμός λειτουργεί υποστηρικτικά, οριοθετώντας τη δράση χωρίς υπερβολές.

Ιδιαίτερα προσεγμένη εμφανίζεται η χρήση ήχου και μουσικής. Οι επιλογές είναι στοχευμένες, εντάσσονται οργανικά στη ροή της παράστασης και ενισχύουν το αποτέλεσμα, φανερώνοντας μια πιο ουσιαστική σχέση της σκηνοθεσίας με αυτό το επίπεδο της αφήγησης.

Σε επίπεδο τεχνικής, η άρθρωση και η ακουστικότητα βρίσκονται σε καλό επίπεδο, ωστόσο ο έλεγχος του σώματος και της κίνησης δείχνει να βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία εξέλιξης. Υπάρχουν στιγμές όπου η σκηνική παρουσία ωριμάζει, με πιο σταθερή και ολοκληρωμένη απόδοση από τον πρωταγωνιστή, αλλά συνολικά η σωματικότητα παραμένει ένα πεδίο που χρειάζεται περαιτέρω δουλειά.

Παράλληλα, διακρίνεται μια ειλικρινής προσπάθεια από την πλευρά της ομάδας, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφωθεί πλήρως μια κοινή σκηνική γλώσσα. Η έλλειψη χημείας και ενιαίου ρυθμού γίνεται αισθητή σε σημεία, ενώ η συνολική προσέγγιση παραμένει σε μια ασφαλή γραμμή, με περιορισμένο πειραματισμό πέρα από επιμέρους τεχνικά ευρήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζονται και στιγμές υπερβολής που φαίνεται να εξυπηρετούν περισσότερο την ατομική παρουσία παρά το σύνολο, χωρίς όμως να αλλοιώνουν καθοριστικά την εικόνα.

Η επικοινωνία με το κοινό, ωστόσο, επιτυγχάνεται. Η παράσταση διατηρεί την προσοχή των θεατών και καταφέρνει να τους κρατήσει μέσα στη ροή του έργου μέχρι το τέλος, στοιχείο που δεν είναι αυτονόητο για ένα κείμενο τέτοιων απαιτήσεων.


Συνολικά, πρόκειται για ένα σοβαρό και φιλόδοξο ξεκίνημα. Η επιλογή του έργου από μόνη της δηλώνει πρόθεση και διάθεση να καταπιαστεί η ομάδα με κάτι απαιτητικό. Η προσπάθεια είναι εμφανής και τίμια, με σαφή περιθώρια εξέλιξης κυρίως στο επίπεδο της σκηνικής σχέσης, της σωματικότητας και της συνοχής του συνόλου. Η εικόνα που μένει δεν είναι αυτή μιας ολοκληρωμένης κατάκτησης, αλλά μιας πορείας που μόλις ξεκινά και έχει λόγους να συνεχίσει.


Υ.Γ. – Για το κοινό

Σε γενικές γραμμές, το κοινό λειτούργησε με σεβασμό. Υπήρχαν, ωστόσο, κάποιες στιγμές που δείχνουν ότι έχουμε ακόμη δρόμο. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω 4–5 κινητά να ανάβουν μέσα στη διάρκεια της παράστασης. Ένα τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές. Κάποιοι θεατές φωτογράφισαν τη σκηνή και τους ηθοποιούς την ώρα που έπαιζαν.

Χρειάζεται εδώ μια ξεχωριστή αναφορά σε όσους βρίσκονται στον χώρο ως εκπρόσωποι τοπικών ΜΜΕ. Το να σηκώνεσαι εν μέσω παράστασης για να φωτογραφίσεις, είτε ηθοποιούς είτε το κοινό, χωρίς συναίνεση, δεν είναι απλώς άστοχο. Δείχνει πλήρη απουσία κατανόησης του τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Το ίδιο και η επιλογή να κάθεσαι στην πρώτη σειρά με ανοιχτό κινητό. Δεν πρόκειται για μια ακόμη δημόσια εκδήλωση. Δεν είναι πανηγύρι. Είναι μια ζωντανή πράξη που απαιτεί συγκέντρωση, από όλους.

Αξίζει να γίνει σαφές κάτι απλό. Όταν ανοίγει ένα κινητό μέσα στο σκοτάδι, δεν αποσπάται μόνο ο θεατής που το κρατά. Φωτίζεται το πρόσωπό του, διαταράσσεται ο χώρος, διακόπτεται η συγκέντρωση των ηθοποιών. Αυτό που για κάποιον φαίνεται μικρό, πάνω στη σκηνή γίνεται μεγάλο.

Σε άλλες πόλεις, αυτά τα ζητήματα θεωρούνται αυτονόητα. Η χρήση κινητού, πολύ περισσότερο η φωτογράφιση, δεν επιτρέπονται. Όχι από αυστηρότητα, αλλά από σεβασμό στο ίδιο το γεγονός της παράστασης.

Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο το κοινό. Οι συντελεστές κάθε παράστασης οφείλουν να το διαφυλάσσουν, να θέτουν όρια, να υπενθυμίζουν ότι αυτό που συμβαίνει στη σκηνή είναι κάτι που χρειάζεται προστασία, είτε πρόκειται για επαγγελματική είτε για ερασιτεχνική προσπάθεια.

Ίσως τελικά ο δρόμος της ωρίμανσης να μην αφορά μόνο όσους ανεβαίνουν στη σκηνή, αλλά και όσους κάθονται απέναντί τους.


Σπύρος Ζαφειρόπουλος
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού/blogger

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

μικρή πόλη, μεγάλη σκηνή

 

Η σχέση μου με το θέατρο διαμορφώθηκε σταδιακά, κυρίως μέσα από παραστάσεις που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κυρίως στην Αθήνα. Επιστροφές στα ίδια έργα, διαφορετικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις, εμπειρίες που, με τον τρόπο τους, καλλιέργησαν έναν πιο προσεκτικό τρόπο θέασης.

Χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, αυτό το βλέμμα έγινε πιο απαιτητικό. Όχι με την έννοια της αυστηρότητας, αλλά με την έννοια της προσδοκίας να υπάρχει κάτι που να σε αγγίζει, να σε κρατά, να σε μετακινεί έστω και λίγο.

Και ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που για καιρό κρατούσα μια απόσταση από το τοπικό ερασιτεχνικό θέατρο. Όχι από πρόθεση υποτίμησης, αλλά από τη δυσκολία να αφήσεις στην άκρη τη σύγκριση, ακόμη κι όταν ξέρεις ότι πρόκειται για διαφορετικές συνθήκες και αφετηρίες.

Η σύγκριση, ακόμη κι όταν είναι άδικη, συμβαίνει. Και μπορεί να σε κρατήσει μακριά.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά.

Στην επαρχία, για πολλούς ανθρώπους, το θέατρο που βλέπουν είναι αυτό που υπάρχει γύρω τους. Το τοπικό. Το άμεσα προσβάσιμο. Και αυτό, αναπόφευκτα, διαμορφώνει την εικόνα τους για το τι είναι θέατρο. Είναι μια σκέψη που μπορεί να ακούγεται αυστηρή, αλλά θεωρώ πιο έντιμο να την αναγνωρίζω παρά να την αποφεύγω.

Ταυτόχρονα, δεν μπορείς να αγνοήσεις τη σημασία που έχει η ίδια η πράξη της συμμετοχής. Η έκφραση μέσα από την τέχνη, είτε ατομικά είτε συλλογικά, είναι ουσιαστική. Δημιουργεί δεσμούς, ανοίγει δρόμους, δίνει χώρο σε ανθρώπους να δοκιμαστούν και να εκτεθούν με έναν τρόπο που λίγες δραστηριότητες επιτρέπουν.

Αυτή η συνθήκη, όμως, αλλάζει όταν το αποτέλεσμα βγαίνει προς τα έξω.
Όταν η παράσταση ανοίγει στο κοινό.
Όταν υπάρχει θεατής.
Όταν υπάρχει αντίτιμο, όποιο κι αν είναι αυτό και για όποιον σκοπό κι αν δίνεται.

Από εκεί και πέρα, δεν πρόκειται μόνο για μια διαδικασία. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που μοιράζεται.

Και κάθε αποτέλεσμα, για μένα τουλάχιστον, χρειάζεται να έχει μια πορεία.
Όχι να είναι άψογο, αλλά να δείχνει διάθεση να εξελιχθεί. Να ωριμάσει. Να γίνει καλύτερο με τον χρόνο.

Δεν με ενδιαφέρει να συγκρίνω το ερασιτεχνικό με το επαγγελματικό θέατρο.
Με ενδιαφέρει να βλέπω αν αυτό που συμβαίνει στη σκηνή μπορεί να πάει ένα βήμα παραπέρα από τον εαυτό του.

Κάπου εκεί γεννήθηκε και η απόφαση.

Να αρχίσω να παρακολουθώ πιο συστηματικά τοπικές παραστάσεις.
Και να γράφω για αυτές.

Αφενός, γιατί αυτό από μόνο του λειτουργεί ως κίνητρο να είμαι παρών.
Αφετέρου, γιατί πιστεύω ότι μια καταγεγραμμένη ματιά, όσο υποκειμενική κι αν είναι, μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου διαλόγου.

Όχι για να απονείμει εύσημα ή να καταγράψει αποτυχίες.
Αλλά για να συμβάλει, έστω και λίγο, σε μια διαδικασία εξέλιξης.

Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να επιβεβαιωθεί αυτό που ήδη υπάρχει.
Αλλά να δοθεί χώρος σε αυτό που μπορεί να γίνει.

Με αυτή τη σκέψη ξεκινά μια νέα στήλη στο blog Βόρειο Σέλας, όπου θα φιλοξενούνται κριτικές από ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις. Και ο τίτλος αυτής: μικρή πόλη, μεγάλη σκηνή





Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Ο Αυθεντικός Μαραθώνιος της Αθήνας: 24.000 ιστορίες ζωής

γράφει ο Σπύρος Ζαφειρόπουλος,

Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού • Blogger

Ήμουν εκεί, στον τερματισμό του Αυθεντικού Μαραθώνιου της Αθήνας, κι όλα τα υπόλοιπα αποκτούσαν ένα πρόσθετο νόημα κυρίως για την ιστορία που ενυπάρχει στο παρασκήνιο και δεν φαίνεται με την πρώτη. 

Ο παιδικός φίλος που τον έβλεπα να κλείνει το δικό του κύκλο ήταν η αφορμή, όμως αυτό που με άγγιξε ήταν η αθόρυβη παρουσία χιλιάδων άλλων: πλάνα με δρομείς που φορούσαν πρόσθετα μέλη, άνθρωποι που είχαν χάσει δεκάδες κιλά για να σταθούν στη γραμμή εκκίνησης, ηλικιωμένοι που έφταναν στον σταθμό τερματισμού με την ίδια θέρμη που είχαν κάποτε, μεταμφιέσεις, χρώματα, προσωπικά σύμβολα.

Η διοργάνωση ενημέρωνε ότι για το 2025 πάνω από 24.000 δρομείς συμμετείχαν μόνο στον μαραθώνιο δρόμο και σχεδόν 50,000 στους παράλληλους αγώνες των 10 χλμ. περίπου. Και μέσα σε αυτόν τον αριθμό - εμφανώς «μαζικό», αλλά ουσιαστικά άπειροι μικροί κόσμοι αυτοί πίσω από το κάθε νούμερο - κρύβονται σιωπηρές αποφάσεις, κρυφές μάχες, προσωπικές «μάχες επιβίωσης».

Θυμάμαι τον φίλο μου να περνάει από το Παναθηναϊκό Στάδιο, το χέρι του υψωμένο, το βλέμμα του που έσβηνε, το πόδι σε κάθε σοκάκι της διαδρομής από τον Μαραθώνα στην Αθήνα – και στο πλήθος έβλεπα επίσης τον 88χρονο Πλούταρχο Πουρλιάκα που «έγραψε» τον 12ο του τερματισμό στην ηλικία των 88 χρονών, σε χρόνο 6 ώρες 31 λεπτά. Ένας άνθρωπος που λέει απλώς «μπορούμε όλοι να το κάνουμε, όσο το θέλουμε».

Η εικόνα του δρομέα που στέκεται μετά τον τερματισμό, το μετάλλιο στο λαιμό του, δεν σημαίνει απλώς το τέλος των 42,195 χλμ. Σημαίνει την αρχή ενός άλλου κεφαλαίου. Για κάποιον που ‘έχασε’ κιλά, για κάποιον που ‘απέκτησε’ δεύτερη ευκαιρία, για κάποιον που ‘αναστήθηκε’ μετά από ασθένεια, για κάποιον που έτρεχε επειδή το ήθελε το παιδί του, ή απλώς επειδή μια νύχτα αποφάσισε ότι «είμαι εδώ και δεν θα φοβηθώ». Δεν έχω τα ονόματα όλων, αλλά ήταν εκεί - στο καφέ πριν, στο λεωφορείο της εκκίνησης, στο δρόμο, λίγο πριν την εξέδρα τερματισμού, στο κλείσιμο της κάμερας - και ένιωσα τη βαρύτητα αυτού που κάνει ένας μαραθώνιος: δεν είναι μόνο η απόσταση. Είναι η ιστορία της απόφασης.

Κάθε δρομέας φέρει μαζί του ένα «γιατί». Και πολλοί έφεραν περισσότερα από ένα. Ο 20χρονος που έτρεξε για να τιμήσει τον πατέρα του που έφυγε, η γυναίκα που μετά από χρόνια εξαρτήσεων επέστρεψε στον δρομικό κόσμο, η γιαγιά με τις βαριές αναπνοές αλλά το χαμόγελο που δεν έφυγε. Το πλήθος των 24.000+ δεν είναι αριθμός, είναι κόσμος· και ο κόσμος αυτός κουβαλά ιστορίες. Ιστορίες που δεν γράφονται στο χρονομετρημένο έντυπο της διοργάνωσης αλλά στο βλέμμα τους στην "πύλη" τερματισμού, στο χέρι που υψώνεται από την ακλόνητη βούληση του «έφτασα».

Μετά τον τερματισμό του φίλου μου, κοίταξα γύρω. Οι προβολείς, οι χοροί, οι φωτογραφίες – και κάτι άλλο: η σιωπή πριν το χειροκρότημα, η ανάσα που κρατήθηκε, ο ιδρώτας που έγινε μέρος του σώματος, όχι μόνο του χρόνου της επίδοσης. Καθώς έφευγα, θυμήθηκα πως ο μαραθώνιος δεν έχει μόνο νικητές. Έχει ολοκληρωτές, αγωνιζόμενους, ανθρώπους που έγιναν καλύτεροι απλά γιατί δεν εγκατέλειψαν. Και τούτο με άγγιξε περισσότερο από κάθε ρεκόρ.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, το βλέμμα επιστρέφει σε εκείνη τη στιγμή-τερματισμού: σκέφτομαι τους χιλιάδες χωρίς κάποια επίδοση ρεκόρ στην πρώτη γραμμή – αλλά με την πιο σημαντική επίδοση: μέσα τους. Και αναρωτιέμαι: πόσες αφανείς ιστορίες θα χρειάζονταν για να γράψουμε ένα βιβλίο· πόσα «γιατί» θα έφταναν για να γεμίσουν το στάδιο; Και στο τέλος, μένει το ερώτημα που για μένα παραμένει το πιο συγκινητικό: είναι αυτή η στιγμή απλώς ένας τερματισμός ή μια αρχή;

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Ηλεία: Ο σκύλος που κυνηγάει την ουρά του



γράφει ο Σπύρος Ζαφειρόπουλος, Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού & Σταδιοδρομίας, Blogger

Στην Ηλεία, ο σκύλος κυνηγάει ξανά την ουρά του. Αυτή τη φορά, αφορμή είναι το επικείμενο κλείσιμο των υποκαταστημάτων των ΕΛΤΑ σε διάφορες κοινότητες. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία – ή μάλλον, έτσι παρουσιάστηκε. Δήμοι, βουλευτές και αυτοδιοικητικοί παράγοντες δηλώνουν «αιφνιδιασμένοι». Όμως, το έργο αυτό έχει παιχτεί πολλές φορές. Πάντα κάτι κλείνει. Και πάντα η τοπική κοινωνία μαθαίνει τελευταία.

Η Ηλεία έχει μακρά λίστα από υπηρεσίες που χάθηκαν μέσα στα χρόνια, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική προληπτική αντίδραση. Πανεπιστημιακές σχολές που μεταφέρθηκαν αλλού, εφορίες που συγχωνεύτηκαν, δικαστήρια που καταργήθηκαν. Κάθε φορά οι αντιδράσεις έρχονται καθυστερημένες, συχνά θεατρικές. Με ανακοινώσεις για «άμεσες συσκέψεις» και «δυναμικές παρεμβάσεις» που τελικά δεν ανατρέπουν τίποτα. Κι έτσι, ο νομός μένει με ένα ολοένα μικρότερο κράτος παρόν, σαν ένας οργανισμός που χάνει σταδιακά τα άκρα του χωρίς να καταλαβαίνει ότι το κέντρο του αποδυναμώνεται.

Το παράδειγμα των ΕΛΤΑ δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ταχυδρομικής εξυπηρέτησης. Είναι συμβολικό μιας γενικότερης εγκατάλειψης. Στην Ανδρίτσαινα, στη Γαστούνη, στα Λεχαινά και στην Εφύρα, τα καταστήματα ετοιμάζονται να κατεβάσουν ρολά, με την επίσημη δικαιολογία της «αναδιάρθρωσης» και της «βιωσιμότητας». Δηλαδή, εφόσον δεν υπάρχει αρκετή «πελατεία», δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για επιχείρηση αλλά για δημόσια υπηρεσία. Όταν το ταχυδρομείο μιας μικρής κοινότητας κλείνει, δεν κλείνει απλώς ένα γραφείο, αλλά ένα σημείο επαφής των κατοίκων με το κράτος. Ένα κομμάτι καθημερινότητας που αφορά ηλικιωμένους, μικροεπαγγελματίες, αγρότες, ανθρώπους που δεν μπορούν να μετακινούνται εύκολα. Οι αποφάσεις αυτές δεν λαμβάνονται με βάση την κοινωνική ανάγκη, αλλά το λογιστικό ισοζύγιο.

Η εικόνα αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Σύμφωνα με τη μελέτη της διαΝΕΟσις για την Ηλεία, ο νομός βρίσκεται σε διαρκή υποχώρηση. Ο πληθυσμός μειώνεται, η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή και οι δημόσιες δομές φθίνουν. Όσο η παρουσία του κράτους αραιώνει, τόσο ο πολίτης αισθάνεται πιο μόνος και η περιοχή πιο αποκομμένη από το κέντρο. Η συρρίκνωση των υπηρεσιών γίνεται έτσι ένας φαύλος κύκλος: λιγότερες υπηρεσίες, λιγότερη ζωή, λιγότερη προοπτική. Όταν ένα χωριό χάνει το ταχυδρομείο του, χάνει λίγο από την ψυχή του.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι αντιδράσεις των τοπικών φορέων έχουν αποκτήσει μια σχεδόν τελετουργική μορφή. Πρώτα η είδηση του κλεισίματος, ύστερα η οργή, μετά οι επιστολές στα υπουργεία, οι δηλώσεις στα μέσα, οι φωτογραφίες μπροστά από το κλειστό κτίριο. Κι έπειτα σιωπή. Μοιάζει με χορογραφία που επαναλαμβάνεται: όλοι γνωρίζουν τα βήματα, κανείς δεν αλλάζει τη μουσική. Το πιο ανησυχητικό είναι πως η χρονική καθυστέρηση των αντιδράσεων δεν μπορεί πια να αποδοθεί σε άγνοια. Οι πληροφορίες κυκλοφορούν νωρίτερα, οι φήμες φτάνουν γρήγορα, οι αποφάσεις προετοιμάζονται μήνες πριν. Κι όμως, κανείς δεν φαίνεται να κινητοποιείται εγκαίρως. Αυτό γεννά εύλογα την υπόνοια ότι κάποιοι ίσως γνωρίζουν, αλλά επιλέγουν να σιωπούν μέχρι να γίνει το αναπόφευκτο, ώστε έπειτα να έχουν χώρο για τα καθιερωμένα «κορκοδείλια δάκρυα».

Η συρρίκνωση των ΕΛΤΑ, όπως και κάθε άλλης δημόσιας υπηρεσίας, προβάλλεται ως τεχνοκρατική ανάγκη. Όμως πίσω από τα νούμερα κρύβονται πολιτικές επιλογές. Η περιφέρεια δεν είναι ποτέ «ασύμφορη» από μόνη της. Γίνεται ασύμφορη όταν της αφαιρείς τα εργαλεία για να αναπτυχθεί. Όταν ένα παιδί δεν έχει πρόσβαση σε σχολείο, ένας πολίτης σε δικαστήριο ή ένας αγρότης σε ταχυδρομείο, το μήνυμα είναι σαφές: ζεις σε τόπο δεύτερης κατηγορίας. Και τότε, όσοι μπορούν φεύγουν, όσοι μένουν προσαρμόζονται, κι όσοι έχουν εξουσία περιορίζονται στο να διαμαρτύρονται για την εικόνα που οι ίδιοι διαμόρφωσαν.

Στην Ηλεία, η ιστορία των κλεισιμάτων μοιάζει με κύκλο που δεν τελειώνει. Κάθε φορά το ίδιο σενάριο, οι ίδιες φράσεις, οι ίδιες υποσχέσεις ότι «θα το παλέψουμε». Μα η ουσία παραμένει: το κράτος αποσύρεται και κανείς δεν προλαβαίνει να το σταματήσει. Ίσως γιατί κανείς δεν θέλει πραγματικά να το σταματήσει. Και έτσι, ο σκύλος συνεχίζει να κυνηγάει την ουρά του, κουρασμένος αλλά επίμονος, σε έναν τόπο που μαθαίνει κάθε φορά πιο αργά ότι του παίρνουν κάτι ακόμη. Και τότε γεννάται το ερώτημα που δεν θέλει κανείς να διατυπώσει φωναχτά: ποιος θα αναλάβει επιτέλους την ευθύνη για τη σιωπηλή αυτή παρακμή;