Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Τζένη Τζένη – Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς (θεατρική κριτική) #3

Η παράσταση «Τζένη Τζένη», βασισμένη στο κλασικό κινηματογραφικό έργο των Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά, μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Νίκου Καραθάνου. Με αφετηρία τη γνωστή ιστορία της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο οικογένειες ενός νησιού και τον έρωτα που έρχεται να διαταράξει τις ισορροπίες τους, η παράσταση επιχειρεί να συνομιλήσει όχι μόνο με την αγαπημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και με τη συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.

Ο Νίκος Καραθάνος δεν προσεγγίζει το υλικό ως μια απλή θεατρική αναπαραγωγή της κινηματογραφικής επιτυχίας. Αντίθετα, αναζητά πίσω από τη νοσταλγία, το χιούμορ και τη φωτεινότητα του έργου μια πιο σύνθετη ανάγνωση, όπου η αθωότητα συνυπάρχει με τη φθορά, η γιορτή με τη μελαγχολία και η ανάμνηση με την απώλεια.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα ελληνικό νησί, όπου δύο πολιτικές παρατάξεις βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση. Η κόρη του ενός πολιτικού αντιπάλου, η Τζένη, ερωτεύεται τον γιο του άλλου, ανατρέποντας ισορροπίες, φιλοδοξίες και οικογενειακούς σχεδιασμούς. Μέσα από παρεξηγήσεις, συγκρούσεις και κωμικές καταστάσεις, το έργο σατιρίζει την πολιτική, τις πελατειακές σχέσεις και τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, διατηρώντας παράλληλα τον ανθρώπινο και τρυφερό πυρήνα του.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη, σε μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου και σε σκηνικά του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμμετέχουν η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, ο Χρήστος Λούλης, η Ζέτα Μακρυπούλια, η Χάρις Αλεξίου, ο Γιάννης Κότσιφας, ο Άγγελος Παπαδημητρίου και πολυμελής θίασος, σε μια παραγωγή που επιχειρεί να επανασυστήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας σε μια νέα θεατρική γενιά.

[Φωτογραφία: https://www.lifo.gr]

Αν έχεις δει την ταινία Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, μπορείς ίσως να καταλάβεις τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να υπάρχει ένας ημιώροφος μέσα στο μυαλό του. Ένας ιδιωτικός, προστατευμένος χώρος σκέψης και δημιουργίας. Ένα καταφύγιο όπου οι ιδέες εμφανίζονται αρχικά ακατέργαστες, άλλοτε συμμετρικές και πειθαρχημένες, άλλοτε άναρχες και αντιφατικές, μέχρι να βρουν τελικά τη μορφή με την οποία θα παρουσιαστούν στον κόσμο.

Γνωρίζοντας τον Νίκο Καραθάνο πολλά χρόνια, τόσο σε προσωπικό όσο κυρίως σε καλλιτεχνικό επίπεδο, κάθε φορά που πρόκειται να δω μια νέα δουλειά του αισθάνθηκα μια ιδιαίτερη προσμονή. Όχι μόνο για το έργο που ανεβάζει, αλλά κυρίως για τη διαδρομή που ακολούθησε μέσα στον δικό του «ημιώροφο» μέχρι να φτάσει στη σκηνή. Με ενδιαφέρει πάντα περισσότερο η ματιά του παρά το ίδιο το υλικό.

Ομολογώ ότι στην περίπτωση του Τζένη Τζένη είχα έναν μικρό φόβο. Η ταινία είναι τόσο βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη, ώστε κάθε θεατρική μεταφορά κινδυνεύει είτε να λειτουργήσει ως απλή αναπαράσταση είτε να απομακρυνθεί τόσο πολύ από το πρωτότυπο ώστε να χάσει τον λόγο ύπαρξής της. Το ερώτημα ήταν απλό: μπορεί μια ταινία που όλοι γνωρίζουμε σχεδόν απ' έξω να σταθεί στο σανίδι ως αυτόνομη θεατρική πρόταση και να έχει ακόμη κάτι νέο να προσφέρει;

Η απάντηση που δίνει ο Καραθάνος είναι καταφατική.

Και μάλιστα πετυχαίνει κάτι πολύ πιο δύσκολο από μια απλή ισορροπία ανάμεσα στον κινηματογράφο και το θέατρο. Παίρνει το υλικό της ταινίας και το περνά μέσα από τη δική του ποιητική ματιά. Εκεί όπου η ταινία συχνά ακουμπά στην κωμωδία και τη σάτιρα, ο Καραθάνος αναζητά τις ρωγμές. Εμβαθύνει στα δραματικά στοιχεία, σχεδόν τα φωτίζει εκ νέου, χωρίς να χάνει ποτέ τη φρεσκάδα, τον ρυθμό και τη ζωντάνια του κωμικού.

Η κινησιολογία, οι μεταβάσεις και οι μικρές σκηνικές λεπτομέρειες λειτουργούν ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Ιδιαίτερα οι συχνές και ευρηματικές αλλαγές σκηνικού δεν εξυπηρετούν απλώς πρακτικές ανάγκες της παράστασης, αλλά γίνονται μέρος του ίδιου του θεατρικού λόγου. Με ρυθμό, φαντασία και ακρίβεια συμβάλλουν στη δραματική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν τα κωμικά στοιχεία του έργου, δημιουργώντας συνεχώς νέες εικόνες και ανανεώνοντας το ενδιαφέρον του θεατή. Οι αναφορές που εμφανίζονται και χάνονται πριν προλάβεις να τις αποκωδικοποιήσεις πλήρως δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που δεν σε καλεί απλώς να θυμηθείς την ταινία. Σε καλεί να την ξαναδείς από την αρχή.

Ταυτόχρονα, ο ρομαντισμός που διαπερνά την παράσταση συνυπάρχει με έναν διαρκή συμβολισμό. Αντικείμενα, εικόνες, κινήσεις και πρόσωπα μοιάζουν να λειτουργούν σε δύο επίπεδα. Στο προφανές και σε ένα δεύτερο, υπόγειο επίπεδο, που παραμένει ανοιχτό στις ερμηνείες του θεατή.

Ίσως γι’ αυτό και φεύγοντας δεν παίρνεις μαζί σου μόνο το έργο. Παίρνεις και ερωτήματα.

Για μένα, ένα από αυτά ήταν η παρουσία ασιατικών αναφορών στα σκηνικά και στη συνολική αισθητική της παράστασης. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατάφερα να αποκωδικοποιήσω πλήρως τη λειτουργία τους μέσα στο σύνολο. Αλλά ίσως αυτό να μην έχει τελικά τόση σημασία. Δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις φεύγοντας από ένα θέατρο. Κάποιες φορές αρκεί να φεύγουμε με την επιθυμία να επιστρέψουμε σε αυτές.

Ίσως την επόμενη φορά που θα συναντήσω τον Νίκο να τον ρωτήσω.

ΥΓ: Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον δικό μας Γιάννη Κότσιφα. Ανάμεσα σε ένα καστ με πολύ ισχυρές παρουσίες, κατάφερε να διατηρήσει τη δική του θέση με φυσικότητα και σκηνική άνεση, υπηρετώντας τους ρόλους του με ευφάνταστο τρόπο (ειδικά αυτόν του ιερέα). 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Ο Ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη – Κάρλο Γκολντόνι (θεατρική κριτική) #2

Ο Ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη

Ο «Ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη» του Κάρλο Γκολντόνι αποτελεί μια κωμωδία χαρακτήρων και καταστάσεων, που σατιρίζει τον κόσμο του θεάτρου, τις φιλοδοξίες, τις ματαιοδοξίες και τις ισορροπίες ανάμεσα σε καλλιτέχνες και παραγωγούς. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας ιμπρεσάριος που επιχειρεί να συγκροτήσει έναν θίασο, ερχόμενος αντιμέτωπος με αντιζηλίες, ιδιοτροπίες και προσωπικές στρατηγικές. Η πλοκή δεν βασίζεται σε μεγάλες ανατροπές, αλλά σε διαδοχικά επεισόδια που αναδεικνύουν τις ανθρώπινες αδυναμίες με κωμικό τρόπο.

Η παράσταση παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πύργου «Απόλλων», από τις 15 Απριλίου έως τις 3 Μαΐου 2026, από την ερασιτεχνική Ομάδα Τέχνης «Δούρειος Ίππος».


[ΦΩΤΟ: Λάμπρος Τσακριλής]

Η προσέγγιση της παράστασης μπορούσε να διαβαστεί μέσα από δύο παράλληλες αναγνώσεις. Από τη μία, το αποτέλεσμα επί σκηνής, οι επιλογές στη σκηνοθεσία και τα επιμέρους στοιχεία. Από την άλλη, η λειτουργία της ομάδας ως σύνολο και η ωριμότητα που αυτή αποτυπώθηκε.

Η σκηνοθετική κατεύθυνση κινήθηκε με σαφή στόχο την καθαρή απόδοση του κειμένου, δίνοντας χώρο στους ηθοποιούς να αναδείξουν τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις διακρίθηκε ταλέντο και σκηνική άνεση, στοιχεία που φανέρωσαν μια ομάδα με εμπειρία και ωριμότητα. Ωστόσο, η επιλογή του έργου λειτούργησε περιοριστικά. Η δραματουργική γραμμή παρέμεινε επίπεδη, χωρίς έντονες κορυφώσεις ή ανατροπές, με αποτέλεσμα η παράσταση να κυλήσει χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις και να μην αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες του θιάσου.

Σε επίπεδο ερμηνειών, η εικόνα ήταν σαφώς πιο ισορροπημένη. Οι ηθοποιοί έπεισαν, λειτούργησαν με εμπιστοσύνη μεταξύ τους και διαμόρφωσαν ένα ενιαίο σύνολο. Η χημεία ήταν εμφανής και η σκηνική παρουσία είχε συνοχή, στοιχείο που ενίσχυσε τη ροή της παράστασης ακόμη και όταν το ίδιο το έργο δεν προσέφερε έντονη δραματουργική ένταση. Οι συγκρούσεις παρέμειναν ήπιες και κινήθηκαν περισσότερο προς το κωμικό παρά προς μια βαθύτερη επεξεργασία.

Η σκηνογραφική προσέγγιση αποτέλεσε το πιο αδύναμο σημείο της παράστασης. Τα σκηνικά κινήθηκαν σε μια υπερβολή που έφτασε στα όρια του κιτς, χωρίς να έγινε σαφές αν αυτό αποτέλεσε συνειδητή επιλογή. Επιμέρους στοιχεία, όπως η κεντρική εικόνα στο βάθος, θα μπορούσαν να είχαν δουλευτεί με μεγαλύτερη φροντίδα και συνοχή. Αντίθετα, τα κοστούμια και οι περούκες έδειξαν επιμέλεια και συνέπεια, υπηρετώντας την εποχή και τους χαρακτήρες με σαφήνεια.

Ο φωτισμός περιορίστηκε σε έναν λειτουργικό ρόλο, χωρίς ιδιαίτερη δραματουργική αξιοποίηση, ενώ η χρήση ήχου και μουσικής παρέμεινε περιορισμένη. Οι σκηνές με τραγούδι και χορό, στις οποίες συμμετείχε ολόκληρος ο θίασος, έδωσαν μια διαφορετική τονικότητα, ωστόσο δεν φάνηκε να είχαν δουλευτεί με την ίδια ακρίβεια, δημιουργώντας μια αίσθηση ασυγχρονίας που παρέπεμψε περισσότερο σε επιθεωρησιακή λογική.

Σε τεχνικό επίπεδο, η άρθρωση και η ακουστικότητα κινήθηκαν σε καλό επίπεδο, ενώ ο έλεγχος του σώματος και της κίνησης έδειξε μεγαλύτερη ωριμότητα σε σχέση με άλλες παραμέτρους. Η συνολική εικόνα ήταν αυτή μιας ομάδας που γνώριζε τον τρόπο να στέκεται στη σκηνή.

Πέρα όμως από τα επιμέρους στοιχεία, αυτό που αναδείχθηκε ήταν η λειτουργία της ομάδας. Υπήρξε συνοχή, στήριξη και μια εμφανής χαρά συμμετοχής που μεταφέρθηκε και στο κοινό. Η παράσταση ακολούθησε μια ασφαλή γραμμή, χωρίς ιδιαίτερο πειραματισμό, κάτι που λειτούργησε ταυτόχρονα ως πλεονέκτημα και ως περιορισμός. Η ωριμότητα ήταν δεδομένη, αλλά η αποφυγή ρίσκου άφησε ανεκμετάλλευτες δυνατότητες.

Η επικοινωνία με το κοινό ήταν άμεση και ουσιαστική. Η παράσταση διατήρησε το ενδιαφέρον και προσέφερε στιγμές ζωντάνιας και γέλιου, χωρίς όμως να καταφέρει να υπερβεί τη συνολική αίσθηση μιας πιο επίπεδης δραματουργικής βάσης.


Συνολικά, επρόκειτο για μια καλοδουλεμένη παράσταση από μια έμπειρη ομάδα που γνώριζε τις δυνατότητές της. Το ζητούμενο δεν ήταν πλέον η σταθερότητα, αλλά το επόμενο βήμα. Η επιλογή πιο απαιτητικών έργων και η διάθεση για μεγαλύτερο ρίσκο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για εξέλιξη. Γιατί όταν μια ομάδα έχει ήδη κατακτήσει ένα επίπεδο, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να το ξεπεράσει.


Υ.Γ. – Για το κοινό

Το κοινό παρακολούθησε την παράσταση με προσοχή και σεβασμό. Δεν υπήρξαν παραφωνίες, ούτε χρήση κινητών ή συμπεριφορές που να διατάραξαν τη ροή. Ένα στοιχείο που αξίζει να καταγράφεται, γιατί δεν είναι αυτονόητο και αποτελεί βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει η θεατρική εμπειρία.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Κεκλεισμένων των θυρών – Ζαν Πολ Σαρτρ (θεατρική κριτική) #1

 

Κεκλεισμένων των θυρών – Ζαν-Πολ Σαρτρ

Το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Ζαν-Πολ Σαρτρ, γραμμένο το 1944, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του σύγχρονου θεάτρου. Τρεις άνθρωποι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο χωρίς δυνατότητα διαφυγής και σταδιακά συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα δωμάτιο, αλλά για μια ιδιότυπη συνθήκη όπου καλούνται να συνυπάρξουν, να συγκρουστούν και τελικά να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Μέσα από αποκαλύψεις, εντάσεις και ψυχολογικά παιχνίδια, το έργο αγγίζει την ανάγκη αποδοχής, την αυτοεικόνα και το ερώτημα του πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι πραγματικά ο άνθρωπος.


Η παράσταση παρουσιάστηκε στον Πολυχώρο Πολιτισμού δήμου Ήλιδας, το διάστημα 1-6 Απριλίου 2026, σε σκηνοθεσία Χαράλαμπου Κοντοπανάγου από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του συλλόγου "Συνδικάτο της Τέχνης".

[φωτογραφία: Συνδικάτο της Τέχνης]

Η προσέγγιση της παράστασης μπορεί να διαβαστεί μέσα από δύο επίπεδα. Από τη μία, το ίδιο το αποτέλεσμα επί σκηνής, η σκηνοθετική κατεύθυνση, οι ερμηνείες και τα τεχνικά μέσα. Από την άλλη, η λειτουργία της ομάδας, η μεταξύ τους σχέση και ο τρόπος που αυτό αποτυπώνεται στη σκηνή.

Η σκηνοθετική επιλογή φαίνεται να κινείται σε μια καθαρή κατεύθυνση, με βασικό στόχο την ευκρινή απόδοση του κειμένου. Η απόφαση οι ηθοποιοί να κινούνται κοντά στο κοινό και να απευθύνονται σχεδόν μετωπικά προς αυτό, δημιουργεί μια αίσθηση αμεσότητας και επιχειρεί να σπάσει την απόσταση της σκηνής. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή που λειτουργεί ως γέφυρα με τον θεατή, χωρίς όμως να συνοδεύεται πάντα από το απαραίτητο βάθος στις μεταξύ τους σχέσεις.

Οι ερμηνείες κινούνται με έμφαση στην καθαρότητα του λόγου και στην επάρκεια της φωνής, κάτι που επιτρέπει στο κείμενο να φτάσει χωρίς εμπόδια στο κοινό. Ωστόσο, η σκηνική συνύπαρξη παραμένει σε ένα πιο πρώιμο στάδιο. Οι ηθοποιοί λειτουργούν συχνά ως μεμονωμένες παρουσίες και λιγότερο ως ένα ενιαίο σύνολο, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις σωματικές επαφές και στις μεταξύ τους αντιδράσεις, όπου διακρίνεται μια απόσταση αντί για οικειότητα. Αυτό επηρεάζει και την ένταση των συγκρούσεων, περιορίζοντας την εμβάθυνση στις σχέσεις των χαρακτήρων, παρότι το βασικό νόημα του έργου παραμένει κατανοητό.

Ο χώρος αξιοποιείται με λιτότητα και λειτουργικότητα. Τα σκηνικά υπηρετούν τη δράση χωρίς να τη βαραίνουν, αν και επιμέρους επιλογές, όπως τα υφάσματα στις πολυθρόνες, δεν προσθέτουν ουσιαστικά στη συνολική εικόνα. Αντίθετα, η χρήση φωτός, ιδιαίτερα στη στιγμή που η πόρτα ανοίγει και το φως εισέρχεται από το πλάι, αποτελεί ένα εύρημα που ξεχωρίζει και δίνει σκηνική ένταση. Συνολικά, ο φωτισμός λειτουργεί υποστηρικτικά, οριοθετώντας τη δράση χωρίς υπερβολές.

Ιδιαίτερα προσεγμένη εμφανίζεται η χρήση ήχου και μουσικής. Οι επιλογές είναι στοχευμένες, εντάσσονται οργανικά στη ροή της παράστασης και ενισχύουν το αποτέλεσμα, φανερώνοντας μια πιο ουσιαστική σχέση της σκηνοθεσίας με αυτό το επίπεδο της αφήγησης.

Σε επίπεδο τεχνικής, η άρθρωση και η ακουστικότητα βρίσκονται σε καλό επίπεδο, ωστόσο ο έλεγχος του σώματος και της κίνησης δείχνει να βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία εξέλιξης. Υπάρχουν στιγμές όπου η σκηνική παρουσία ωριμάζει, με πιο σταθερή και ολοκληρωμένη απόδοση από τον πρωταγωνιστή, αλλά συνολικά η σωματικότητα παραμένει ένα πεδίο που χρειάζεται περαιτέρω δουλειά.

Παράλληλα, διακρίνεται μια ειλικρινής προσπάθεια από την πλευρά της ομάδας, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφωθεί πλήρως μια κοινή σκηνική γλώσσα. Η έλλειψη χημείας και ενιαίου ρυθμού γίνεται αισθητή σε σημεία, ενώ η συνολική προσέγγιση παραμένει σε μια ασφαλή γραμμή, με περιορισμένο πειραματισμό πέρα από επιμέρους τεχνικά ευρήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζονται και στιγμές υπερβολής που φαίνεται να εξυπηρετούν περισσότερο την ατομική παρουσία παρά το σύνολο, χωρίς όμως να αλλοιώνουν καθοριστικά την εικόνα.

Η επικοινωνία με το κοινό, ωστόσο, επιτυγχάνεται. Η παράσταση διατηρεί την προσοχή των θεατών και καταφέρνει να τους κρατήσει μέσα στη ροή του έργου μέχρι το τέλος, στοιχείο που δεν είναι αυτονόητο για ένα κείμενο τέτοιων απαιτήσεων.


Συνολικά, πρόκειται για ένα σοβαρό και φιλόδοξο ξεκίνημα. Η επιλογή του έργου από μόνη της δηλώνει πρόθεση και διάθεση να καταπιαστεί η ομάδα με κάτι απαιτητικό. Η προσπάθεια είναι εμφανής και τίμια, με σαφή περιθώρια εξέλιξης κυρίως στο επίπεδο της σκηνικής σχέσης, της σωματικότητας και της συνοχής του συνόλου. Η εικόνα που μένει δεν είναι αυτή μιας ολοκληρωμένης κατάκτησης, αλλά μιας πορείας που μόλις ξεκινά και έχει λόγους να συνεχίσει.


Υ.Γ. – Για το κοινό

Σε γενικές γραμμές, το κοινό λειτούργησε με σεβασμό. Υπήρχαν, ωστόσο, κάποιες στιγμές που δείχνουν ότι έχουμε ακόμη δρόμο. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω 4–5 κινητά να ανάβουν μέσα στη διάρκεια της παράστασης. Ένα τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές. Κάποιοι θεατές φωτογράφισαν τη σκηνή και τους ηθοποιούς την ώρα που έπαιζαν.

Χρειάζεται εδώ μια ξεχωριστή αναφορά σε όσους βρίσκονται στον χώρο ως εκπρόσωποι τοπικών ΜΜΕ. Το να σηκώνεσαι εν μέσω παράστασης για να φωτογραφίσεις, είτε ηθοποιούς είτε το κοινό, χωρίς συναίνεση, δεν είναι απλώς άστοχο. Δείχνει πλήρη απουσία κατανόησης του τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Το ίδιο και η επιλογή να κάθεσαι στην πρώτη σειρά με ανοιχτό κινητό. Δεν πρόκειται για μια ακόμη δημόσια εκδήλωση. Δεν είναι πανηγύρι. Είναι μια ζωντανή πράξη που απαιτεί συγκέντρωση, από όλους.

Αξίζει να γίνει σαφές κάτι απλό. Όταν ανοίγει ένα κινητό μέσα στο σκοτάδι, δεν αποσπάται μόνο ο θεατής που το κρατά. Φωτίζεται το πρόσωπό του, διαταράσσεται ο χώρος, διακόπτεται η συγκέντρωση των ηθοποιών. Αυτό που για κάποιον φαίνεται μικρό, πάνω στη σκηνή γίνεται μεγάλο.

Σε άλλες πόλεις, αυτά τα ζητήματα θεωρούνται αυτονόητα. Η χρήση κινητού, πολύ περισσότερο η φωτογράφιση, δεν επιτρέπονται. Όχι από αυστηρότητα, αλλά από σεβασμό στο ίδιο το γεγονός της παράστασης.

Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο το κοινό. Οι συντελεστές κάθε παράστασης οφείλουν να το διαφυλάσσουν, να θέτουν όρια, να υπενθυμίζουν ότι αυτό που συμβαίνει στη σκηνή είναι κάτι που χρειάζεται προστασία, είτε πρόκειται για επαγγελματική είτε για ερασιτεχνική προσπάθεια.

Ίσως τελικά ο δρόμος της ωρίμανσης να μην αφορά μόνο όσους ανεβαίνουν στη σκηνή, αλλά και όσους κάθονται απέναντί τους.


Σπύρος Ζαφειρόπουλος
Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού/blogger

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

μικρή πόλη, μεγάλη σκηνή

 

Η σχέση μου με το θέατρο διαμορφώθηκε σταδιακά, κυρίως μέσα από παραστάσεις που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κυρίως στην Αθήνα. Επιστροφές στα ίδια έργα, διαφορετικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις, εμπειρίες που, με τον τρόπο τους, καλλιέργησαν έναν πιο προσεκτικό τρόπο θέασης.

Χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, αυτό το βλέμμα έγινε πιο απαιτητικό. Όχι με την έννοια της αυστηρότητας, αλλά με την έννοια της προσδοκίας να υπάρχει κάτι που να σε αγγίζει, να σε κρατά, να σε μετακινεί έστω και λίγο.

Και ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που για καιρό κρατούσα μια απόσταση από το τοπικό ερασιτεχνικό θέατρο. Όχι από πρόθεση υποτίμησης, αλλά από τη δυσκολία να αφήσεις στην άκρη τη σύγκριση, ακόμη κι όταν ξέρεις ότι πρόκειται για διαφορετικές συνθήκες και αφετηρίες.

Η σύγκριση, ακόμη κι όταν είναι άδικη, συμβαίνει. Και μπορεί να σε κρατήσει μακριά.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά.

Στην επαρχία, για πολλούς ανθρώπους, το θέατρο που βλέπουν είναι αυτό που υπάρχει γύρω τους. Το τοπικό. Το άμεσα προσβάσιμο. Και αυτό, αναπόφευκτα, διαμορφώνει την εικόνα τους για το τι είναι θέατρο. Είναι μια σκέψη που μπορεί να ακούγεται αυστηρή, αλλά θεωρώ πιο έντιμο να την αναγνωρίζω παρά να την αποφεύγω.

Ταυτόχρονα, δεν μπορείς να αγνοήσεις τη σημασία που έχει η ίδια η πράξη της συμμετοχής. Η έκφραση μέσα από την τέχνη, είτε ατομικά είτε συλλογικά, είναι ουσιαστική. Δημιουργεί δεσμούς, ανοίγει δρόμους, δίνει χώρο σε ανθρώπους να δοκιμαστούν και να εκτεθούν με έναν τρόπο που λίγες δραστηριότητες επιτρέπουν.

Αυτή η συνθήκη, όμως, αλλάζει όταν το αποτέλεσμα βγαίνει προς τα έξω.
Όταν η παράσταση ανοίγει στο κοινό.
Όταν υπάρχει θεατής.
Όταν υπάρχει αντίτιμο, όποιο κι αν είναι αυτό και για όποιον σκοπό κι αν δίνεται.

Από εκεί και πέρα, δεν πρόκειται μόνο για μια διαδικασία. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που μοιράζεται.

Και κάθε αποτέλεσμα, για μένα τουλάχιστον, χρειάζεται να έχει μια πορεία.
Όχι να είναι άψογο, αλλά να δείχνει διάθεση να εξελιχθεί. Να ωριμάσει. Να γίνει καλύτερο με τον χρόνο.

Δεν με ενδιαφέρει να συγκρίνω το ερασιτεχνικό με το επαγγελματικό θέατρο.
Με ενδιαφέρει να βλέπω αν αυτό που συμβαίνει στη σκηνή μπορεί να πάει ένα βήμα παραπέρα από τον εαυτό του.

Κάπου εκεί γεννήθηκε και η απόφαση.

Να αρχίσω να παρακολουθώ πιο συστηματικά τοπικές παραστάσεις.
Και να γράφω για αυτές.

Αφενός, γιατί αυτό από μόνο του λειτουργεί ως κίνητρο να είμαι παρών.
Αφετέρου, γιατί πιστεύω ότι μια καταγεγραμμένη ματιά, όσο υποκειμενική κι αν είναι, μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου διαλόγου.

Όχι για να απονείμει εύσημα ή να καταγράψει αποτυχίες.
Αλλά για να συμβάλει, έστω και λίγο, σε μια διαδικασία εξέλιξης.

Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να επιβεβαιωθεί αυτό που ήδη υπάρχει.
Αλλά να δοθεί χώρος σε αυτό που μπορεί να γίνει.

Με αυτή τη σκέψη ξεκινά μια νέα στήλη στο blog Βόρειο Σέλας, όπου θα φιλοξενούνται κριτικές από ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις. Και ο τίτλος αυτής: μικρή πόλη, μεγάλη σκηνή





Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Ο Αυθεντικός Μαραθώνιος της Αθήνας: 24.000 ιστορίες ζωής

γράφει ο Σπύρος Ζαφειρόπουλος,

Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού • Blogger

Ήμουν εκεί, στον τερματισμό του Αυθεντικού Μαραθώνιου της Αθήνας, κι όλα τα υπόλοιπα αποκτούσαν ένα πρόσθετο νόημα κυρίως για την ιστορία που ενυπάρχει στο παρασκήνιο και δεν φαίνεται με την πρώτη. 

Ο παιδικός φίλος που τον έβλεπα να κλείνει το δικό του κύκλο ήταν η αφορμή, όμως αυτό που με άγγιξε ήταν η αθόρυβη παρουσία χιλιάδων άλλων: πλάνα με δρομείς που φορούσαν πρόσθετα μέλη, άνθρωποι που είχαν χάσει δεκάδες κιλά για να σταθούν στη γραμμή εκκίνησης, ηλικιωμένοι που έφταναν στον σταθμό τερματισμού με την ίδια θέρμη που είχαν κάποτε, μεταμφιέσεις, χρώματα, προσωπικά σύμβολα.

Η διοργάνωση ενημέρωνε ότι για το 2025 πάνω από 24.000 δρομείς συμμετείχαν μόνο στον μαραθώνιο δρόμο και σχεδόν 50,000 στους παράλληλους αγώνες των 10 χλμ. περίπου. Και μέσα σε αυτόν τον αριθμό - εμφανώς «μαζικό», αλλά ουσιαστικά άπειροι μικροί κόσμοι αυτοί πίσω από το κάθε νούμερο - κρύβονται σιωπηρές αποφάσεις, κρυφές μάχες, προσωπικές «μάχες επιβίωσης».

Θυμάμαι τον φίλο μου να περνάει από το Παναθηναϊκό Στάδιο, το χέρι του υψωμένο, το βλέμμα του που έσβηνε, το πόδι σε κάθε σοκάκι της διαδρομής από τον Μαραθώνα στην Αθήνα – και στο πλήθος έβλεπα επίσης τον 88χρονο Πλούταρχο Πουρλιάκα που «έγραψε» τον 12ο του τερματισμό στην ηλικία των 88 χρονών, σε χρόνο 6 ώρες 31 λεπτά. Ένας άνθρωπος που λέει απλώς «μπορούμε όλοι να το κάνουμε, όσο το θέλουμε».

Η εικόνα του δρομέα που στέκεται μετά τον τερματισμό, το μετάλλιο στο λαιμό του, δεν σημαίνει απλώς το τέλος των 42,195 χλμ. Σημαίνει την αρχή ενός άλλου κεφαλαίου. Για κάποιον που ‘έχασε’ κιλά, για κάποιον που ‘απέκτησε’ δεύτερη ευκαιρία, για κάποιον που ‘αναστήθηκε’ μετά από ασθένεια, για κάποιον που έτρεχε επειδή το ήθελε το παιδί του, ή απλώς επειδή μια νύχτα αποφάσισε ότι «είμαι εδώ και δεν θα φοβηθώ». Δεν έχω τα ονόματα όλων, αλλά ήταν εκεί - στο καφέ πριν, στο λεωφορείο της εκκίνησης, στο δρόμο, λίγο πριν την εξέδρα τερματισμού, στο κλείσιμο της κάμερας - και ένιωσα τη βαρύτητα αυτού που κάνει ένας μαραθώνιος: δεν είναι μόνο η απόσταση. Είναι η ιστορία της απόφασης.

Κάθε δρομέας φέρει μαζί του ένα «γιατί». Και πολλοί έφεραν περισσότερα από ένα. Ο 20χρονος που έτρεξε για να τιμήσει τον πατέρα του που έφυγε, η γυναίκα που μετά από χρόνια εξαρτήσεων επέστρεψε στον δρομικό κόσμο, η γιαγιά με τις βαριές αναπνοές αλλά το χαμόγελο που δεν έφυγε. Το πλήθος των 24.000+ δεν είναι αριθμός, είναι κόσμος· και ο κόσμος αυτός κουβαλά ιστορίες. Ιστορίες που δεν γράφονται στο χρονομετρημένο έντυπο της διοργάνωσης αλλά στο βλέμμα τους στην "πύλη" τερματισμού, στο χέρι που υψώνεται από την ακλόνητη βούληση του «έφτασα».

Μετά τον τερματισμό του φίλου μου, κοίταξα γύρω. Οι προβολείς, οι χοροί, οι φωτογραφίες – και κάτι άλλο: η σιωπή πριν το χειροκρότημα, η ανάσα που κρατήθηκε, ο ιδρώτας που έγινε μέρος του σώματος, όχι μόνο του χρόνου της επίδοσης. Καθώς έφευγα, θυμήθηκα πως ο μαραθώνιος δεν έχει μόνο νικητές. Έχει ολοκληρωτές, αγωνιζόμενους, ανθρώπους που έγιναν καλύτεροι απλά γιατί δεν εγκατέλειψαν. Και τούτο με άγγιξε περισσότερο από κάθε ρεκόρ.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, το βλέμμα επιστρέφει σε εκείνη τη στιγμή-τερματισμού: σκέφτομαι τους χιλιάδες χωρίς κάποια επίδοση ρεκόρ στην πρώτη γραμμή – αλλά με την πιο σημαντική επίδοση: μέσα τους. Και αναρωτιέμαι: πόσες αφανείς ιστορίες θα χρειάζονταν για να γράψουμε ένα βιβλίο· πόσα «γιατί» θα έφταναν για να γεμίσουν το στάδιο; Και στο τέλος, μένει το ερώτημα που για μένα παραμένει το πιο συγκινητικό: είναι αυτή η στιγμή απλώς ένας τερματισμός ή μια αρχή;